homescreen

Ο απρόσμενος παράγοντας εντός μας που επηρεάζει την επιθυμία μας να βγαίνουμε έξω στη φύση

Ο απρόσμενος παράγοντας εντός μας που επηρεάζει την επιθυμία μας να βγαίνουμε έξω στη φύση


ygeiamou.gr team

Ερευνητές ισχυρίζονται πως οι ισχυροί δεσμοί με τη φύση κατά την παιδική ηλικία, επηρεάζουν το μικροβίωμά μας και θα μπορούσαν να εγγυηθούν την προτίμησή μας για περισσότερο χρόνο στη φύση κατά την ενήλικη ζωή, βελτιώνοντας ταυτόχρονα την υγεία μας

Ερευνητές με αντικείμενο την οικολογία από το Πανεπιστήμιο Flinders της Αυστραλία και το Πανεπιστήμιο του Σέφιλντ στο Ηνωμένο Βασίλειο, ανέπτυξαν μια θεωρία γνωστή ως «Φαινόμενο Lovebug», σύμφωνα με την οποία το μικροβίωμα του εντέρου μπορεί να ενισχύσει την επιθυμία μας να περνάμε περισσότερο χρόνο στη φύση, με παράλληλη ενίσχυση της υγείας μας.

Λαμβάνοντας ως δεδομένο τη σταθεροποίηση του εντερικού μικροβιώματος στον άνθρωπο μετά τα πρώτα χρόνια της ζωής του, οι ερευνητές θέλησαν να διερευνήσουν εάν οι ισχυροί δεσμοί με τη φύση κατά την παιδική ηλικία, θα μπορούσαν να εγγυηθούν μεγαλύτερη έκθεση στο φυσικό περιβάλλον κατά την ενήλικη ζωή, βελτιώνοντας ταυτόχρονα το ανοσοποιητικό μας σύστημα στη μάχη εναντίον ασθενειών όπως η φλεγμονή και οι αλλεργίες.

Σύμφωνα με τον Δρ. Jake Robinson, Διδάκτορα και ερευνητή στο Πανεπιστήμιο του Sheffield, το Φαινόμενο Lovebug θα μπορούσε να συμβάλει σημαντικά στην κατανόηση της επίδρασης που έχει η έκθεση στο φυσικό περιβάλλον για την υγεία και την ευημερία του ανθρώπου, ωθώντας την ανθρωπότητα σε ένα μέλλον πιο οικολογικό.

«Με τις αλλαγές που προκαλούν τα βακτήρια του μικροβιώματος στη χημεία του εγκεφάλου μας, φαίνεται πως μπορούν να επηρεάσουν τη συμπεριφορά μας ως προς τις επιλογές μας όπως τί επιθυμούμε να φάμε ή σε τι περιβάλλον θα θέλαμε να βρισκόμαστε. Ιδίως αυτό το τελευταίο, θα μπορούσε να σημαίνει πως το μικροβίωμα μπορεί να κατευθύνει τη διάθεσή μας προς πιο οικολογικές επιλογές, ενισχύοντας την επιθυμία μας να έρθουμε σε επαφή με τη φύση, εκεί που ανθούν η βιοποικιλότητα και τα φυτοχημικά, τα δυνητικά επωφελή για την υγεία μας», ανέφερε ο Δρ. Robinson.

Για παράδειγμα, έχει αποδειχθεί πως το μικροβίωμα παράγει μια σειρά από χημικές ουσίες οι οποίες παρεμβαίνουν στην επικοινωνία του εντέρου με τον εγκέφαλο.

Υπάρχουν βέβαια περισσότεροι τρόποι που το μικροβίωμα θα μπορούσε να διαδραματίσει κάποιο ρόλο, συμπεριλαμβανομένων μεταβολών στα κληρονομικά χαρακτηριστικά ανά τις γενεές, ιδιαίτερα σε εκείνα που σχετίζονται με την επιβίωση και την αναπαραγωγή.

Από την πλευρά του ο Δρ Martin Breed, επεσήμανε την ανάγκη εκκίνησης ενός ουσιαστικού διαλόγου σχετικά με το πόσο μακριά μπορεί να φτάσει η μικροβιολογική επιστήμη σε σχέση με την ανθρώπινη συμπεριφορά και υγεία. «Η σχέση του ανθρώπου με τη φύση και τη βιοποικιλότητά της, με τον τεράστιο αριθμό ωφέλιμων βακτηρίων και μικροοργανισμών που συναντώνται στις επιφάνειες ή τον αέρα, συνεχώς φθίνει. Αυτή η ασθενική σχέση με τον φυσικό κόσμο, πιστεύεται ότι συμβάλλει στην αυξανόμενη τάση μη μεταδοτικών ασθενειών, όπως οι χρόνιες φλεγμονώδεις νόσοι και οι αλλεργίες» και συμπλήρωσε «την επόμενη φορά που θα βρεθείτε να περπατάτε σε κάποιο δάσος ή ένα πάρκο, αφιερώστε μισό λεπτό για να σκεφτείτε πώς όλα αυτοί οι αόρατοι με γυμνό μάτι μικροοργανισμού που βρίσκονται μέσα και τριγύρω σας, έχουν πιθανώς κατευθύνει την επιθυμία σας να ξοδέψετε τον χρόνο σας στη φύση».