Καρδιαγγειακές παθήσεις: Οι περισσότεροι θάνατοι μπορούν να προληφθούν


ygeiamou.gr team

Η κακή διατροφή είναι ο λόγος που αυξήθηκαν θεαματικά οι πρόωροι θάνατοι από καρδιαγγειακές νόσους στην Ευρώπη και τον κόσμο

Και όμως κάθε δεύτερος ή τρίτος πρόωρος θάνατος από καρδιαγγειακές νόσους στην Ευρώπη και τον κόσμο θα μπορούσε να προληφθεί με καλύτερη και πιο ισορροπημένη διατροφή.

Αυτά είναι τα ευρήματα μια διεθνούς επιστημονικής ομάδας ερευνητών από το Πανεπιστήμιο Martin Luther του Halle-Wittenberg (MLU), το Πανεπιστήμιο Friedrich Schiller της Ιένας, την ομάδα έρευνας nutriCARD και το Πανεπιστήμιο της Washington. Τα ευρήματά τους δημοσιεύθηκαν στην Εuropean Journal of Epidemiology.

Το 2016 σημειώθηκαν στην Ευρώπη 4,3 εκατομμύρια θάνατοι οφειλόμενοι σε καρδιαγγειακές νόσους, εκ των οποίων το 2,1 εκατομμύρια οφείλονταν σε κακή διατροφή. Από το σύνολο των θανάτων οι 900.000 αντιστοιχούν στα 28 κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι 600.000 στη Ρωσία και οι 250.000 στην Ουκρανία.

Για την εν λόγω έρευνα οι ειδικοί ανέλυσαν τα δεδομένα από την Μελέτη Παγκόσμιας Νοσοεπιβάρυνσης (Global Burden of Disease Study, GBD) που είχαν συλλεχθεί από το 1990 έως το 2016. Ανέλυσαν τoν επιπολασμό των καρδιαγγειακών νόσων, όπως τα εμφράγματα και τα εγκεφαλικά επεισόδια, σε 51 χώρες της Ευρώπης. Συμπεριλήφθηκαν επίσης αρκετά κράτη της Μέσης Ανατολής και της Κεντρικής Ασίας.

Με βάση την κατανάλωση φαγητού και άλλους παράγοντες κινδύνου στις αντίστοιχες χώρες οι ερευνητές υπολόγισαν το ποσοστό θανάτων που οφείλονταν σε μια μη ισορροπημένη διατροφή, π.χ. με μειωμένη κατανάλωη δημητριακών ολικής άλεσης, οσπρίων και λαχανικών, καθώς και με υπερκατανάλωση νατρίου.

Μια σύγκριση μεταξύ των χωρών αποκάλυψε ξεκάθαρες διαφορές. Το 2016, 160.000 θάνατοι (το 46% του συνόλου των θανάτων από καρδιαγγειακά αίτια) συσχετίζονταν με την ανεπαρκή μη ισορροπημένη διατροφή στην Γερμανία), 97.000 (41% του συνόλου των θανάτων από καρδιαγγειακά αίτια) στην Ιταλία, 75.000 (41% του συνόλου των θανάτων από καρδιαγγειακά αίτια στην Μεγάλη Βρετανία και 67.000 (40% του συνόλου των θανάτων από καρδιαγγειακά αίτια) στην Γαλλία. Στην Ισπανία και το Ισραήλ μόνο ένας στους τρεις πρόωρους θανάτους απο καρδιαγγειακά αίτια σχετιζόταν με την μη ισορροπημένη διατροφή.

Οι ερευνητές παρατηρούν ότι η αυξημένη κατανάλωση προϊόντων με ελάχιστες φυτικές ίνες από ραφιναρισμένα άλευρα συνιστά μεγάλο κίνδυνο για την υγεία του πληθυσμού και έχει οδηγήσει σε μια αύξηση των πρόωρων θανάτων από καρδιαγγειακά αίτια τα τελευταία χρόνια.

«Πρέπει να κάνουμε καλύτερη χρήση των δυνατοτήτων μιας σωστής και ισορροπημένης διατροφής, διαφορετικά οι θάνατοι από καρδιαγγειακές νόσους θα οδηγήσουν σε ακόμη περισσότερους θανάτους που θα μπορούσαν να είχαν προληφθεί στο μέλλον» τονίζει ο καθηγητής  Stefan Lorkowski  από το Πανεπιστήμιο της Ιένα εκ των συγγραφέων της έρευνας.

Η ομάδα διαπίστωσε επίσης σημαντικές διαφορές όσον αφορά την ηλικία και το φύλο. Οι άντρες τείνουν να επηρεάζονται σε νεαρότερη ηλικία, ενώ οι γυναίκες επηρεάστηκαν μετά την ηλικία των 50 ετών. Το 2016, περίπου 601.000 άτομα ηλικίας κάτω των 70 ετών έχασαν τη ζωή τους από καρδιαγγειακή νόσο που σχετίζεται με τη διατροφή (420.000 άνδρες και 181.000 γυναίκες). Το υψηλότερο ποσοστό θανάτων που συνδέονται με τη διατροφή στα άτομα κάτω των 70 ετών παρατηρήθηκε στην Κεντρική Ασία, όπου ο αριθμός ήταν 42,5%. Στα κράτη μέλη της ΕΕ, οι ερευνητές διαπίστωσαν 178.000 πρόωρους θανάτους που σχετίζονται με τη διατροφή (132.000 άνδρες και 46.000 γυναίκες), οι οποίοι αντιστοιχούν σχεδόν στο 20% των καρδιαγγειακών θανάτων.
Με τη βοήθεια ενός υποδείγματος υπολογισμού, οι ερευνητές ήταν επίσης σε θέση να προσδιορίσουν τις επιδράσεις άλλων παραγόντων κινδύνου όπως η παχυσαρκία, η υψηλή αρτηριακή πίεση, η έλλειψη άσκησης και το κάπνισμα, προσδιορίζοντας έτσι το συγκεκριμένο ποσοστό καρδιαγγειακής νόσου που προκαλείται από την μη ισορροπημένη διατροφή. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι στη μελέτη τους δεν μελετήθηκε ο παράγοντας κινδύνου της κατανάλωσης αλκοόλ και ότι σε χώρες με υψηλή κατανάλωση οινοπνεύματος, ο βαθμός της καρδιαγγειακής νόσου που σχετίζεται με τη διατροφή θα μπορούσε να είναι ακόμη υψηλότερος.