homescreen

Αμβλυωπία: Αντιμετώπιση με παιχνίδια εικονικής πραγματικότητας

Αμβλυωπία: Αντιμετώπιση με παιχνίδια εικονικής πραγματικότητας


ygeiamou.gr team

Η αμβλυωπία είναι μια νευρολογική διαταραχή που αποτελεί την πιο συχνή αιτία προβλήματος όρασης στην παιδική ηλικία και χαρακτηρίζεται από μειωμένη ευκρίνεια (οπτική οξύτητα) στον πάσχοντα οφθαλμό και δυσκολία στη διόφθαλμη συνεργασία. Πώς αντιμετωπίζεται και ποιες είναι οι νέες θεραπευτικές τεχνικές που εφαρμόζονται σε τρισδιάστατο περιβάλλον εικονικής πραγματικότητας, όπου το παιδί συμμετέχει σε ειδικά παιχνίδια με σκοπό τη βελτίωση της λειτουργικής του όρασης

*Το κείμενο συνυπογράφουν οι Mάνος Μπλαβάκης, Σωτήρης Πλαΐνης

Τι είναι η αμβλυωπία;

Η όραση αναπτύσσεται σταδιακά από τη γέννηση μέχρι περίπου την ηλικία των 10-12 ετών. Για την εξασφάλιση ευκρινούς όρασης χρειάζεται τα διαθλαστικά μέρη του οπτικού συστήματος να σχηματίζουν ένα ευκρινές είδωλο στον αμφιβληστροειδή, τον φωτοευαίσθητο χιτώνα του οφθαλμού, και ο εγκέφαλος να λαμβάνει ευκρινείς οπτικές πληροφορίες από τον κάθεοφθαλμό.

Στην περίπτωση που οι νευρώνες στα κέντρα όρασης, ειδικά στα χρόνια ανάπτυξης της όρασης, δεν λαμβάνουν τα κατάλληλα οπτικά ερεθίσματα από τον έναν οφθαλμό (π.χ. λόγω διαθλαστικών ανωμαλιών, στραβισμού, ή νεανικού καταρράκτη), τότε παρουσιάζουν μειωμένη διέγερση, εξασθενίζουν και «ατονούν», με αποτέλεσμα ο οφθαλμός να παρουσιάζει μειωμένη ευκρίνεια. Αυτή η κατάσταση ονομάζεται αμβλυωπία (αμβλύς + ώψ) και συχνά χαρακτηρίζεται ως «τεμπέλικο μάτι» (lazy eye), λανθασμένα όμως, γιατί στην πραγματικότητα αποτελεί μια νευρολογική διαταραχή. Η αμβλυωπία σήμερα χαρακτηρίζεται, χωρίς αμφιβολία, ως η πιο συχνή αιτία προβλήματος όρασης στην παιδική ηλικία (2-5%).

Ως κύριο χαρακτηριστικό της αμβλυωπίας αναγνωρίζεται η μειωμένη ευκρίνεια (οπτική οξύτητα) στον πάσχοντα οφθαλμό, ακόμα και όταν διορθωθεί με γυαλιά ή φακούς επαφής. Στην πραγματικότητα, όμως,οι αμβλύωπες παρουσιάζουν δυσκολία σε αρκετές πτυχές της διόφθαλμης όρασης, όπως στη στερέοψη (τρισδιάστατη όραση), στην αντίληψη του βάθους και της κίνησης, στην εκτίμηση της απόστασης μεταξύ των αντικειμένων καιστην ικανότητα να υπολογίζουν την τροχιά αντικειμένων που τους πλησιάζουν. Επίσης, διαταράσσεται η λειτουργία του οφθαλμοκινητικού συστήματος (πχ σταθερότητα προσήλωσης, ακρίβεια και διάρκεια σακκαδικών κινήσεων) που επηρεάζει σημαντικές καθημερινές λειτουργικές ενασχολήσεις,ιδιαίτερα αυτές που εμπλέκουν κοντινή εργασία, όπως η ανάγνωση.

Αντιμετώπιση/θεραπεία της αμβλυωπίας

Η αντιμετώπιση της αμβλυωπίας περιλαμβάνει αρχικά τη διόρθωση πιθανών διαθλαστικών σφαλμάτων με γυαλιά ή φακούς επαφής, που σε κάποιες περιπτώσεις είναι αρκετή για να αυξηθεί η οπτική οξύτητα του αμβλυωπικού οφθαλμού. Η χρήση των πρισμάτων, επίσης, είναι σημαντική σε περιπτώσεις στραβισμού, ώστε να εξασφαλιστεί η ευθυγράμμιση και συγχώνευσητων εικόνων από τους δύο οφθαλμούς, ενώ σημαντικό ρόλο παίζει και η εξάσκηση και ενδυνάμωση της διόφθαλμης συνεργασίας με διάφορες τεχνικές, που περιγράφονται ως ασκήσεις «εκπαίδευσης της όρασης» (visiontraining).

Η περισσότερο διαδεδομένη θεραπεία της αμβλυωπίας είναι η μέθοδος κάλυψης του υγιούς (ισχυρού) οφθαλμού για κάποιες ώρες την ημέρα με σκοπό την αξιοποίηση από τον εγκέφαλο του αμβλυωπικού οφθαλμού.

Η θεραπεία κάλυψης, έχει εφαρμοστεί και βοηθήσει εκατομμύρια ασθενείς σε όλον τον κόσμο στην αντιμετώπιση της αμβλυωπίας, συνήθως με ταυτόχρονη χρήση γυαλιών όπου απαιτούνται. Παρ’ όλα αυτά, προκαλεί δυσφορία τόσο στο παιδί όσο και στην οικογένειά του, καθώς η κάλυψη μπορεί να είναι απαραίτητη και για περισσότερες από 6 ώρες την ημέρα. Ένα παιδί με καλυμμένο το καλό του μάτι μπορεί να εμφανίσει δυσκολία παρακολούθησης των μαθημάτων στο σχολείο ή αδυνατεί πολλές φορές να συμμετάσχει σε παιχνίδια και δραστηριότητες. Ταυτόχρονα, ασκείται έντονη ψυχολογική πίεση τόσο στο παιδί όσο και στους γονείς του, οι οποίοι πρέπει να είναι σε μια συνεχή διαμάχη με εκείνο για τη σωστή εφαρμογή της θεραπείας. Τα αποτελέσματα της θεραπείας κάλυψης, επομένως, δεν είναι εγγυημένα:η πλειοψηφία των παιδιών εμφανίζουν βελτίωση στηνοπτική οξύτητα του αμβλυωπικού τους οφθαλμού (~80%), αλλά μόνο το 30% αυτών θα καταφέρουν να φτάσουν σε ένα επίπεδο που θα πλησιάζει αυτήν του υγιούς. Επιπλέον, ένα 25% των ασθενών που είχαν μια επιτυχημένη θεραπεία στην παιδική τους ηλικία, κινδυνεύουν να υποτροπιάσουν εντός ενός έτους από τη διακοπή της θεραπείας, να μειωθεί δηλαδή εκ νέου η όρασή τους.

Είναι προφανές ότι η θεραπεία κάλυψης δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε οποιαδήποτε ηλικία. Όταν ένα παιδί με αμβλυωπία φτάσει στην ηλικία των 9 με 10 ετών θα αρχίσει να χάνει την ικανότητά του να ανταποκρίνεται στην κάλυψη του υγιούς ματιού και η βελτίωση θα είναι όλο και πιο δύσκολη και αργή μέχρι την ηλικία των 12, όπου θα ελαχιστοποιηθεί. Συνεπώς, συστήνεται να εφαρμόζεται σε νεαρότερες ηλικίες, όπου υπάρχει υψηλή πιθανότητα ανταπόκρισης.

Εκπαίδευση του οπτικού συστήματος: Διχοπτική εξάσκηση με τη βοήθεια συσκευών εικονικής πραγματικότητας

Μέχρι πριν κάποια χρόνια θεωρούνταν ότι η αμβλυωπία εάν δεν εντοπιστεί και αντιμετωπιστεί έγκαιρα, τότε δεν μπορεί να θεραπευτεί σε μεγαλύτερες ηλικίες. Τα τελευταία χρόνια, σε αντίθεση με την ως τώρα πεποίθηση, έρευνες έδειξαν ότι οι θεραπευτικές τεχνικές μπορεί να έχουν αποτελεσματικότητα και σε ενήλικες αμβλύωπες, ειδικά στις περιπτώσεις ανισομετρωπικής αμβλυωπίας, δηλαδή αμβλυωπίας λόγω διαφοράς στην μυωπία, υπερμετρωπία και αστιγματισμό μεταξύ των δύο οφθαλμών.

Οι μέθοδοι αυτές στοχεύουν στην ενδυνάμωση της διόφθαλμης λειτουργίας,αντιμετωπίζοντας την όραση ως μια διαδικασία για την οποία απαιτείται η συνεργασία των δύο οφθαλμών. Τα αποτελέσματα μάλιστα φαίνεται να είναι ακόμα καλύτερα όταν ταπρογράμματα «εκπαίδευσης» / εξάσκησης της οπτικής αντίληψηςσυνδυάζονται με την κάλυψη του υγιούς ματιού για κάποιες ώρες.

Τα προγράμματα«εκπαίδευσης της όρασης»χρησιμοποιούν τεχνικές διχοπτικής εξάσκησης (Dichoptic Training), κι έχουν εισέλθει δυναμικά στον χώρο της θεραπείας της αμβλυωπίας τα τελευταία χρόνια, προσφέροντας περισσότερα οφέλη από τις συμβατικές θεραπείες. Το λογισμικό που χρησιμοποιείται για τη διχοπτική εξάσκηση, παίρνει έναν κόσμο εικονικής πραγματικότητας και τον χωρίζει σε δύο εικόνες, προβάλλοντας μία σε κάθε μάτι, επιδιώκοντας τη συμμετοχή και των δύο οφθαλμών μέσω συγχώνευσης των δύο εικόνων.

Στη συνέχεια, μειώνει τη φωτεινότητα και την αντίθεση/κόντραστ της εικόνας του «ισχυρού» ματιού έτσι ώστε ο εγκέφαλος να λαμβάνει ισοδύναμη«οπτική» πληροφορία και από τα δύο μάτια, επιτρέποντας τη διόφθαλμη συγχώνευση και ένταξη. Έτσι, με την πάροδο του χρόνου, τα δύο μάτια «μαθαίνουν» να συνεργάζονται και να λειτουργούν ταυτόχρονα, ενώ η βοήθεια που παρέχεται από τον θεραπευτή και το πρόγραμμα, γίνεται όλο και μικρότερη.

Η νέα τεχνολογία, με τις συσκευές εικονικής πραγματικότητας, δίνει τη δυνατότητα στον ασθενή να βρεθεί σε ένα τρισδιάστατο περιβάλλον εικονικής πραγματικότητας, όπου παίζει παιχνίδια με σκοπό τη βελτίωση της όρασής του, εξασφαλίζοντας υψηλότερα ποσοστά συμμόρφωσης από τη θεραπεία κάλυψης. Κάθε ασθενής έχει τη δυνατότητα να παίξει παιχνίδια που τον βοηθούν να κινείται στον χώρο, να βελτιώσει τον συντονισμό ματιών-χεριών, να εξασκήσει τις οφθαλμικές του κινήσεις και την ικανότητα παρακολούθησης κινουμένων αντικειμένων και να εκπαιδεύσει την τρισδιάστατη όρασή του.

Σκοπός της διχοπτικής εξάσκησης είναι να εκπαιδευτεί ο εγκέφαλος να χρησιμοποιεί και τα δύο μάτια ταυτόχρονα, κάτι το οποίο δεν επιτυγχάνεται με τις παραδοσιακές θεραπείες. Ακολουθώντας μια μέθοδο η οποία καθιστά απαραίτητη τη χρησιμοποίηση των οπτικών πληροφοριών και από τα δύο μάτια, επιτυγχάνεται η άρση της καταστολής του αμβλυωπικού οφθαλμού, βελτιώνεται η ποιότητα της όρασης του αμβλυωπικού ματιού και ο τρόπος λειτουργίας του προσομοιάζει αυτόν του «ισχυρού» ματιού. Επίσης, εκπαιδεύονται οι διόφθαλμες λειτουργίες της όρασης, όπως είναι η στερεοσκοπική όραση, και η ικανότητα ενός ατόμου να βλέπει ένα αντικείμενο που βρίσκεται πίσω από ένα εμπόδιο.

Τέλος, έχει αποδειχθεί ότι η διχοπτική εξάσκηση μπορεί να έχει ευεργετικά αποτελέσματα για την όραση και σε μεγαλύτερες ηλικίες σε σχέση με τη θεραπεία κάλυψης, έχοντας βοηθήσει ακόμα και ενήλικες ασθενείς. Μάλιστα, στις περιπτώσεις των ενηλίκων είναι εφικτή και η κατοίκον θεραπεία, με τη χρήση μιας συμβατικής συσκευής εικονικής πραγματικότητας και με τη χρήση ειδικού λογισμικού από το κινητό.

Μάνος Μπλαβάκης είναι αριστούχος απόφοιτος της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης. Αποτελεί επιστημονικό συνεργάτη του Εργαστηρίου Οπτικής και Όρασης του Πανεπιστημίου Κρήτης και της Οφθαλμολογικής Κλινικής του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ηρακλείου. Τα τελευταία έτη ασχολείται ενεργά με την μελέτη της αντιμετώπισης της αμβλυωπίας.

Σωτήρης Πλαΐνης, MSc, PhD, FBCLA είναι επιστημονικός συνεργάτης του Εργαστηρίου Οπτικής και Όρασης στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και Επισκέπτης-Ερευνητής στο Aston University, UK. Αποτελεί ιδρυτικό μέλος των διατμηματικών προγραμμάτων μεταπτυχιακών σπουδών «Οπτική και Όραση» και «Εγκέφαλος & Νους» και Fellow του International Society for Contact Lens Research (ISCLR) και του British Contact Lens Association (BCLA). Από το 2015 αποτελεί αξιολογητή αθλητών με αναπηρία όρασης στη Διεθνή Παραολυμπιακή Επιτροπή. Είναι συνιδιοκτήτης του καταστήματος Optical House στο Ηράκλειο Κρήτης και διαχειριστής του contact-lenses.gr.