homescreen

Πανδημία Covid-19: Ένα crash test στις κοινωνικές ρυθμίσεις


Γεωργία ΟικονομοπούλουΝοσοκομειακό Στέλεχος

Η ασθένεια COVID-19 αποτελεί μία δοκιμασία για τις κοινωνίες, τις κυβερνήσεις, τις κοινότητες και τα άτομα. Πόσο προετοιμασμένες είναι οι κοινωνίες μας για τέτοιες καταστάσεις; Γιατί οι επιστήμονες υποστηρίζουν πως «έως ότου κάθε κράτος να είναι ασφαλές, κανένα κράτος δεν είναι ασφαλές»;

Από τους πρώτους μήνες του 2020, η ανθρωπότητα βίωσε και βιώνει γεγονότα, που θα μείνουν στη μνήμη για πάντα. Η σύγχρονη ιογενής πανδημία θα επισκιάζει τη συλλογική φαντασία και όλες τις εκφάνσεις της κοινωνίας, θυμίζοντάς μας πως ένας ιός χρειάστηκε λιγότερες από 100 ημέρες για να σταματήσει τον κόσμο. Ο ιός εντοπίστηκε για πρώτη φορά στην πόλη Wuhan της Κίνας το Δεκέμβριο του 2019, ενώ στις 11 Φεβρουαρίου 2020 ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (Π.Ο.Υ.) ανακοίνωσε το επίσημο όνομα της οξείας αναπνευστικής νόσου, που προκαλεί ο νέος Coronavirus SARS-CoV-2, και είναι η COVID-19 (νόσος κορωνοϊού 2019). Στις 11 Μαρτίου ο Π.Ο.Υ. αναβάθμισε την επιδημία του SARS-CoV-2 σε παγκόσμια πανδημία.

Η Ιταλία ήταν η πρώτη Ευρωπαϊκή χώρα που ήρθε αντιμέτωπη με υπερβολικά μεγάλο αριθμό κρουσμάτων COVID-19. Σε λιγότερο από 3 εβδομάδες, τα νοσοκομεία της Βόρειας Ιταλίας είχαν υπερφορτωθεί, δίνοντας σαφές μήνυμα στις υπόλοιπες χώρες, για το τι θα αντιμετώπιζαν εάν δεν κατάφερναν να περιορίσουν τη μετάδοση του νέου ιού. Ανεξίτηλες παραμένουν στη μνήμη οι εμπειρίες και τα συναισθήματα των Ιταλών γιατρών, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, που προειδοποιούσαν τον κόσμο για το τι έμελλε να συμβεί, εάν ακολουθούσαν την πολιτική του εφησυχασμού. Η πανδημία αυτή έφερε στο προσκήνιο μετ΄ επιτάσεως το ερώτημα: Πόσο προετοιμασμένες είναι οι κοινωνίες μας για τέτοιες καταστάσεις; Σύμφωνα με τον Global Health Security Index (2019) , κανένα κράτος δεν είναι πλήρως προετοιμασμένο για τη διαχείριση μίας υγειονομικής κρίσης αυτού του μεγέθους.

Για τον περιορισμό της μετάδοσης του SARS-CoV-2 και για την προστασία των συστημάτων υγείας από ενδεχόμενη υπερφόρτωση, οι κυβερνήσεις επέβαλαν αυστηρά μέτρα (απομόνωση, κλείσιμο σχολείων και καταστημάτων -εκτός αυτών με αγαθά πρώτης ανάγκης-, απαγόρευση κυκλοφορίας κ.ά.). Αναμφίβολα, τα μέτρα αυτά έχουν κοινωνικο-οικονομικές επιπτώσεις και επιδρούν στη ψυχική και σωματική υγεία των πολιτών, ενώ ο πραγματικός βαθμός βαρύτητας των συνεπειών θα αξιολογηθεί στο μέλλον.

Η ασθένεια COVID-19 αποτελεί μία δοκιμασία για τις κοινωνίες, τις κυβερνήσεις, τις κοινότητες και τα άτομα. Ακόμα κι αν οι κυβερνήσεις δρουν, μέσω των μέτρων, για την προάσπιση του ανθρώπινου δικαιώματος στην υγεία και στη ζωή, αυτά τα μέτρα αναπόφευκτα περιορίζουν τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, σε εκτεταμένο και σπάνιο βαθμό για περίοδο ειρήνης. Είναι ζήτημα υψίστης σημασίας το να διασφαλίσουμε ότι, αυτοί οι περιορισμοί συμπορεύονται με τις νομικές κατοχυρώσεις μας και οι επιπτώσεις τους έχουν εξετασθεί πλήρως. Σε κάθε περίπτωση, τα μέτρα, πρέπει να λαμβάνονται αναλογικά της κατάστασης και να είναι χρονικά περιορισμένα. Ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η προστασία της δημόσιας υγείας είναι προς το συμφέρον της κοινωνίας και θα πρέπει να συμβαδίζουν.

Η ασκηθείσα πίεση στα συστήματα υγείας και κοινωνικής μέριμνας και στο ανθρώπινο δυναμικό του τομέα υγείας, σε παγκόσμιο επίπεδο, ήταν τεράστια και αποκάλυψε σοβαρές ελλείψεις στην ικανότητα διενέργειας διαγνωστικών ελέγχων (Polymerase Chain Reaction/PCR test), εξασφάλισης εξοπλισμού ατομικής προστασίας των υγειονομικών (Personal Protective Equipment/PPE) και παροχής της ενδεδειγμένης φροντίδας υγείας (συμπεριλαμβανομένων των ελλείψεων κλινών σε μονάδες εντατικής θεραπείας/ΜΕΘ, αναπνευστήρων και σε ανθρώπινο δυναμικό). Οι αναφερόμενες εστίες κρουσμάτων σε γηροκομεία της Ευρώπης υπογράμμισαν την ευπάθεια των ηλικιωμένων που διαβιούν σε μονάδες μακροχρόνιας φροντίδας και τη σημασία των προληπτικών μέτρων ελέγχου των λοιμώξεων για την προστασία του ευάλωτου πληθυσμού. Οι ευπαθείς ομάδες της κοινωνίας διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο μόλυνσης και θανάτου, λόγω της COVID-19 και το ευρωπαϊκό δίχτυ προστασίας στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης και της πρόνοιας δοκιμάζεται σοβαρά. Οι πανδημίες δεν κάνουν διακρίσεις μεταξύ των ανθρώπων και, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, δεν θα πρέπει να γίνονται διακρίσεις στην πρόσβαση σε φροντίδα υγείας. Κατά συνέπεια, είναι ανάγκη, οι κυβερνήσεις να αποφύγουν τα προηγούμενα λάθη, που έλαβαν χώρα μετά την οικονομική κρίση του 2008, με τις πολιτικές λιτότητας οι οποίες είχαν σαν αποτέλεσμα την αποδυνάμωση των συστημάτων υγείας.

Τα νοσοκομεία, προκειμένου να ανταπεξέλθουν στην πίεση της πανδημίας, έπρεπε να προβλέψουν τις συνέπειές της σε όλα τα επίπεδα και τα τμήματα της παρεχόμενης περίθαλψης, να οργανώσουν την αποτελεσματική ροή των ασθενών, να διαχειριστούν τις έμμεσες επιπτώσεις σε μη-μολυσμένους ασθενείς, να διασφαλίσουν τη δέσμευση του διοικητικού προσωπικού και των υγειονομικών αρχών, να προάγουν την αποτελεσματική ηγεσία, να παρέχουν την αναγκαία υποστήριξη στο προσωπικό και να διατηρούν την επικοινωνία με τον πληθυσμό ευθύνης τους. Εν μέσω των κυβερνητικών μέτρων για την προστασία της δημόσιας υγείας, πολλές εταιρείες -ακόμα και δημόσιες υπηρεσίες- καθοδήγησαν το προσωπικό τους για εργασία από το σπίτι, επιλογή που δεν ήταν δυνατή για τη συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων στον τομέα υγείας. Οι, αξιέπαινοι, υγειονομικοί έδειξαν μια απίστευτη δέσμευση στους ασθενείς με COVID-19 και ανταποκρίθηκαν στις ανάγκες τους, παρά τις δυσκολίες και τις συχνά επικίνδυνες συνθήκες.

Ενόσω, όμως, η ανθρωπότητα εστιάζει στη διάσωση της ανθρώπινης ζωής, η προϊούσα οικονομική κατάρρευση αποτελεί έναν, επίσης, καταστροφικό παράγοντα κινδύνου για την υγεία του πληθυσμού. Η πανδημία μας υπενθυμίζει τη σπουδαιότητα της συνειδητοποίησης του σκοπού όλων των κοινωνικών ρυθμίσεων, στην οικονομία, στα πολιτικά συστήματα (κόμματα και κυβερνήσεις), στις ενώσεις πολιτών, στους διεθνείς οργανισμούς και κάθε άλλου συστήματός μας: αξιακός σκοπός παραμένει η ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών και στόχων. Λίγοι θα μπορούσαν να δηλώσουν έκπληκτοι, από την κριτική που ασκήθηκε για το έλλειμμα δράσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) και την ξεχασμένη «αρχή της επικουρικότητας», όταν τα κράτη-μέλη απαγόρευαν την εξαγωγή αγαθών υγείας, δίνοντας προτεραιότητα στους πολίτες τους και ο συντονισμός σε επίπεδο ένωσης φαινόταν αποπροσανατολισμένος. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ωστόσο, υποσχέθηκε ότι, η πλήρης ευελιξία των δημοσιονομικών κανονισμών της ένωσης θα χρησιμοποιηθεί για την ενίσχυση των κρατών-μελών στην αντιμετώπιση των κοινωνικο-οικονομικών επιπτώσεων. Επιπροσθέτως, η Επίτροπος Υγείας Στέλλα Κυριακίδη, τόνισε το γεγονός ότι «η Ε.Ε. έχει ανάγκη από περισσότερες αρμοδιότητες στον τομέα της δημόσιας υγείας», προκειμένου να είναι σε θέση να βελτιώσει πραγματικά το συντονισμό της και να κάνει βήματα μπροστά, ώστε «να εξαρτάται λιγότερο από τις εισαγωγές αγαθών από άλλες χώρες, εκτός Ε.Ε.». Προς αυτή την κατεύθυνση, ο Έλληνας Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης πρότεινε στα κράτη-μέλη της Ε.Ε., να συνεργαστούν για την αγορά δικαιωμάτων των αναπτυσσόμενων εμβολίων και των rapid tests της COVID-19, προκειμένου να διασφαλισθεί ότι, όταν αυτά θα είναι έτοιμα, θα διανεμηθούν γρήγορα σε όλη την ένωση.

Στο πλαίσιο της δεδομένης, από την πανδημία, κατάστασης διαπιστώνεται μια τάση υπερπαραγωγής στην ανοικτή επιστήμη και στην ανταλλαγή δεδομένων. Η αβεβαιότητα των επιστημόνων για την ασθένεια COVID-19 (συμπτώματα που συνεχώς αυξάνονται, θεραπευτικά σχήματα, ποια άλλα όργανα και λειτουργίες του ανθρώπου επηρεάζει κ.λπ.) κατέστησε επιτακτική την ανάγκη για περισσότερα επιστημονικά στοιχεία. Παρατηρείται, λοιπόν, μία βιασύνη στη δημοσίευση μελετών -με τις περισσότερες να αφορούν pre-print δημοσιεύσεις-, που επιχειρούν να ενισχύσουν τις μέτριες γνώσεις μας και να απαντήσουν σε σημαντικά ερωτήματα για το νέο κορωνοϊό. Αναγκαία και κατανοητή, θα λέγαμε, είναι αυτή η βιασύνη. Είναι, όμως, πραγματικά ωφέλιμη; Πιστεύουμε ότι, η έρευνα στον ευαίσθητο τομέα της υγείας θα πρέπει να τηρεί πάντα τα πρότυπα της υψηλής ποιότητας και τεκμηρίωσης.

Μία πρόσθετη παρατήρηση αφορά τα ανησυχητικά φαινόμενα αύξησης των θεωριών συνωμοσίας και της παραπληροφόρησης σχετικά με τη σοβαρότητα και την προέλευση της πανδημίας ή την πρόληψη, τη διάγνωση και τη θεραπεία της νόσου. Ο Π.Ο.Υ. περιέγραψε αυτό το φαινόμενο ως «massive infodemic» , που «καθιστά δύσκολο το να βρουν οι πολίτες αξιόπιστες πηγές και ορθή καθοδήγηση». Για την καταπολέμηση της παραπληροφόρησης η Ε.Ε. συνεργάζεται στενά με τις διαδικτυακές πλατφόρμες. Ας μην ξεχνάμε πως, οι ψευδείς πληροφορίες βλάπτουν περισσότερο από την έλλειψη πληροφόρησης.

Συνοψίζοντας, μπορούμε να επισημάνουμε ότι, οι ζωονόσοι θα συνεχίσουν να αποτελούν απειλή για την ανθρωπότητα, διαταράσσοντας την καθημερινή μας ζωή. Από απόψεως δημόσιας υγείας διασυνδεόμαστε όλοι στενά, οπότε είναι ιδιαίτερα σημαντικό οι πολιτικοί και οι ηγέτες του πλανήτη να συνεργάζονται και να συντονίζουν τις προσπάθειές τους για το καλό της ανθρωπότητας. Έως ότου κάθε κράτος να είναι ασφαλές, κανένα κράτος δεν είναι ασφαλές…

Γεωργία Οικονομοπούλου, PhD(c), MSc είναι Μέλος Δ.Σ. της Ελληνικής Εταιρείας Management Υπηρεσιών Υγείας, Board Member at European Association of Hospital Managers, Νοσοκομειακό Στέλεχος, Γ.Ν.Α. «Η Ελπίς»