Ο ημικρανικός ίλιγγος, ή αιθουσαία ημικρανία, είναι μια συχνή μορφή ιλίγγου που όμως υποδιαγνώσκεται από μη ειδικούς στον ίλιγγο ιατρούς με αποτέλεσμα να μην αντιμετωπίζεται σωστά.

Στην πραγματικότητα αποτελεί τη δεύτερη συχνότερη αιτία ιλίγγου. Το 20% περίπου των ασθενών με ημικρανία θα εμφανίσουν αυτό το είδος ιλίγγου στην πορεία της ζωής τους και είναι συχνότερο στις γυναίκες.

Μπορεί να αρχίσει σε οποιαδήποτε ηλικία, ακόμη και στην προσχολική (με τη μορφή του καλοήθους παροξυσμικού ιλίγγου των παιδιών που αργότερα μετατρέπεται σε τυπική αιθουσαία ημικρανία).

Πως γίνεται η διάγνωση;
Η διάγνωση της αιθουσαίας ημικρανίας βασίζεται κατά κύριο λόγο στο ιστορικό. Θα πρέπει να πληρούνται συγκεκριμένα διαγνωστικά κριτήρια της ημικρανίας και επιπρόσθετα να εμφανίζονται επεισόδια ιλίγγου που σε κάποιες περιπτώσεις να συνυπάρχουν με την κεφαλαλγία.

Ο ίλιγγος μπορεί να έχει τη μορφή του αυτόματου περιστροφικού ιλίγγου ή του ιλίγγου θέσεως (εκλύεται μετά από λήψη συγκεκριμένων θέσεων της κεφαλής – πχ κατάκλιση). Άλλες φορές ο ίλιγγος μπορεί να εκλύεται με μετακινήσεις της κεφαλής ή όταν εκτεθεί κανείς σε κατάλληλα οπτικά ερεθίσματα, πχ όταν κοιτάζει κάποιο οπτικό μοτίβο (όπως τα ράφια ενός σούπερ μάρκετ ή όταν σιδερώνει ένα πουκάμισο με ρίγες).

Σε ένα δεδομένο επεισόδιο αιθουσαίας ημικρανίας ο ασθενής μπορεί να έχει οποιοδήποτε από τα ανωτέρω είδη ιλίγγου ή το ένα να διαδέχεται το άλλο ακόμη και στη διάρκεια ενός επεισοδίου, ιδίως όταν αυτή είναι μεγάλη. Συχνά συνυπάρχει ναυτία και αστάθεια.

Τα επεισόδια διαρκούν από λίγα λεπτά έως και αρκετές ημέρες. Σε πολλές περιπτώσεις μπορεί να υπάρχει μια συνεχής, άτυπη ζάλη για αρκετές ημέρες ή και λίγες εβδομάδες στην οποία παρεμβάλλονται επεισόδια περιστροφικού ιλίγγου.

Η χρονική συσχέτιση του ιλίγγου και της ημικρανίας ποικίλει
Μπορεί να συνυπάρχουν σε κάποια επεισόδια ή να εμφανίζεται μόνο ο ίλιγγος (έως και στο 50% των επεισοδίων) ή μόνο η κεφαλαλγία. Σε άλλες περιπτώσεις μπορεί να υπάρχει τυπική ημικρανία για πολλά χρόνια και κατόπιν να εμφανιστεί ο ίλιγγος. Σε άλλες περιπτώσεις μπορεί ο ίλιγγος να συνοδεύεται από άλλα ημικρανικά συμπτώματα (φωτοφοβία, ηχοφοβία) και όχι κεφαλαλγία.

Αρκετοί ασθενείς μπορεί στη πορεία της νόσου να εμφανίσουν και ακοολογικά συμπτώματα (βαρηκοΐα, εμβοές, αίσθημα πλήρωσης του ωτός). Σε κάποιες περιπτώσεις διαγιγνώσκονται ως πάσχοντες από νόσο Meniere, ενώ αρκετοί ασθενείς εμφανίζουν αγχώδεις εκδηλώσεις ή και καταθλιπτική συμπτωματολογία που συχνά δημιουργούν ένα μόνιμο αίσθημα ζάλης μεταξύ των επεισοδίων του ιλίγγου.

Η κλινική εξέταση στη διάρκεια επεισοδίου μπορεί να αναδείξει διάφορους τύπους διαταραχών της οθφαλμοκινητικότητας, κεντρικού τύπου (υποδηλώνουν δηλαδή δυσλειτουργία του εγκεφάλου), ενώ αρκετές φορές διαταραχές οφθαλμοκινητικότητας αναγνωρίζονται και μεταξύ των επεισοδίων.

Η διάγνωση της αιθουσαίας ημικρανίας είναι κλινική αλλά συχνά απαιτούνται παρακλινικές εξετάσεις, κυρίως για τον αποκλεισμό άλλων παθήσεων που περιλαμβάνονται στη διαφορική διάγνωση. Έτσι μπορεί να χρειαστεί να διενεργηθεί απεικονιστικός έλεγχος με μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου και νευροωτολογικός έλεγχος (καταγραφή αυτόματου νυσταγμού, οπτοκινητικού νυσταγμού, οπτικής παρακολούθησης και σακκαδικών κινήσεων με βιντεονυσταγμογραφία, ακοόγραμμα κ.ά.).

Αντιμετώπιση
Η αντιμετώπιση της αιθουσαίας ημικρανίας, όπως και της κλασικής ημικρανίας ξεκινάει με τροποποίηση του τρόπου ζωής. Έχει αποδειχθεί ότι η αερόβια άσκηση, η τήρηση σταθερού προγράμματος ύπνου και γευμάτων, η αποφυγή τροφών που μπορεί να πυροδοτούν επεισόδια ημικρανίας και η μείωση του άγχους μπορούν να ελαττώσουν τη συχνότητα των επεισοδίων αιθουσαίας ημικρανίας.

Από φαρμακολογικής απόψεως υπάρχουν δύο τύποι προσέγγισης:

  • Η συμπτωματική ανακούφιση σε περίπτωση επεισοδίου

Για την ανακούφιση των ιλιγγικών συμπτωμάτων μπορεί να χρησιμοποιηθεί οποιοδήποτε κατασταλτικό λαβυρίνθου, ενώ υπάρχουν ενδείξεις ότι και οι τρυπτάνες, φάρμακα ειδικά για την ημικρανία, μπορεί να ανακουφίσουν.

  • Η προφυλακτική χορήγηση αγωγής

ΌσοΝ αφορά στην προφυλακτική χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής, φαίνεται ότι οι β αποκλειστές, η αμιτριπτιλίνη, κάποια αντιεπιληπτικά φάρμακα (όπως το βαλπροϊκό και η τοπιραμάτη) και η φλουναριζίνη μπορούν να μειώσουν τη συχνότητα και βαρύτητα των επεισοδίων. Η επιλογή του φαρμάκου εξαρτάται από το ιστορικό και το προφίλ του κάθε ασθενούς και εξατομικεύεται σε κάθε περίπτωση.