homescreen

Διαβήτης και σεξουαλική δυσλειτουργία: Οι θεραπευτικές επιλογές και για τα δύο φύλα


Εμμανουέλα ΧουρδάκηΠαθολόγος

Οι ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη πρέπει να τολμούν να συζητήσουν με τον θεράποντα ιατρό προβλήματα τέτοιας φύσεως, να φροντίζουν σε συνεργασία μαζί του την καλή ρύθμιση της νόσου τους και να αναζητούν χωρίς ενδοιασμούς την ψυχολογική υποστήριξη που νιώθουν ότι χρειάζονται

Αναμφισβήτητα η σεξουαλική πράξη αποτελεί μια από τις βασικές λειτουργίες του ανθρώπινου οργανισμού και η έκφραση της σεξουαλικότητας του ατόμου προσδιορίζει την προσωπικότητά του. Οποιαδήποτε παθολογική κατάσταση ή νόσος που μπορεί να σταθεί εμπόδιο στην ελεύθερη έκφρασή της πρέπει, επομένως, να αντιμετωπίζεται. Στις περισσότερες δε περιπτώσεις, όπως και στην περίπτωση του σακχαρώδη διαβήτη το πρώτο βήμα είναι να μιλήσουμε για το πρόβλημα.

Ο σακχαρώδης διαβήτης είναι μια χρόνια νόσος που μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα τόσο στη σεξουαλική ζωή των αντρών όσο και των γυναικών. Για την ακρίβεια οι επιπλοκές της νόσου λόγω μακροχρόνιας κακής γλυκαιμικής ρύθμισης ευθύνονται για την εμφάνιση αυτών των προβλημάτων.

Υπολογίζεται ότι το 30-50% των αντρών με διαβήτη παρουσιάζει στυτική δυσλειτουργία χωρίς να διαχωρίζεται ο επιπολασμός αυτός μεταξύ των αντρών με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 και αντρών με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2.

Διαβήτης και σεξουαλική ζωή: Άντρες

Η σεξουαλική δυσλειτουργία στους άντρες μπορεί να προκύψει λόγω διαταραχών στύσεως ή εκσπερμάτισης (παλίνδρομη εκσπερμάτιση). Η στυτική δυσλειτουργία μπορεί να αποτελεί και το πρώτο σύμπτωμα με το οποίο εκδηλώνεται η διαβητική νόσος -περίπου 40% των αντρών με δυσλειτουργία έχουν υποκείμενο σακχαρώδη διαβήτη χωρίς να το γνωρίζουν- και για αυτό τον λόγο είναι απαραίτητο να ελέγχονται τα επίπεδα σακχάρου στους ασθενείς με στυτικά προβλήματα.

Οι διαταραχές στύσης οφείλονται στην περιφερική νευροπάθεια και στη νευροπάθεια του αυτόνομου συστήματος (βλάβες νευρικών λειτουργιών που είναι απαραίτητες για τη στύση και συνοδεύουν τον σακχαρώδη διαβήτη), καθώς επίσης στην αγγειοπάθεια που συνήθως συνυπάρχει στη νόσο και ευθύνεται για την ελλιπή αιμάτωση του πέους. Διάφορα φάρμακα που χορηγούνται σε αυτούς τους ασθενείς (π.χ. αντιϋπερτασικά), καθώς και το κάπνισμα και το αλκοόλ μπορούν επίσης να προκαλέσουν προβλήματα στύσης.

Η παχυσαρκία που πολύ συχνά συνυπάρχει στον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 επηρεάζει τα επίπεδα τεστοστερόνης με επακόλουθο τις διαταραχές στύσης. Τέλος, η κατάθλιψη που συχνά εμφανίζεται στον ασθενή που πάσχει από σακχαρώδη διαβήτη μπορεί να αποτελεί τόσο άμεση όσο και έμμεση αιτία στυτικών διαταραχών, μειώνοντας την επιθυμία για ερωτική συνεύρεση. Βέβαια, η στυτική δυσλειτουργία μπορεί από μόνη της να αποτελέσει παράγοντα εμφάνισης κατάθλιψης δημιουργώντας τελικά έναν φαύλο κύκλο.

Η παλίνδρομη εκσπερμάτιση παρατηρείται σε μικρό αριθμό ασθενών με νευροπάθεια. Κατ’ αυτήν το σπέρμα εισέρχεται στην ουροδόχο κύστη, αντί να εξέρχεται από την ουρήθρα.

Η νευροπάθεια μπορεί επίσης να προκαλέσει διαταραχές της ουροδόχου κύστης που μπορεί να ευθύνονται για συχνότερες ουρολοιμώξεις (πιο συχνά στις γυναίκες) και ενδέχεται να αποτελέσουν ανασταλτικό παράγοντα για την ερωτική επαφή.

Στους άντρες με διαβήτη είναι συχνότερη και η νόσος του Peyronie. Χαρακτηριστικό της νόσου είναι η μεταβολή του σχήματος του πέους που εμφανίζει παθολογική κάμψη και αποδίδεται σε μικροτραυματισμούς κατά τη συνουσία που οδηγούν σε παθολογική ανάπτυξη συνδετικού ιστού.

Διαβήτης και σεξουαλική ζωή: Γυναίκες

Τα προβλήματα που αφορούν τη σεξουαλική ζωή των γυναικών που πάσχουν από σακχαρώδη διαβήτη είναι συνήθως πολλαπλά και λιγότερο κατανοητά. Ενώ η στυτική δυσλειτουργία είναι εμφανής στον άντρα, η επίπτωση του σακχαρώδη διαβήτη στη διέγερση και την αισθητικότητα της γενετήσιας περιοχής της γυναίκας είναι κάτι για το οποίο επίγνωση έχει μόνο η ίδια.

Η αυτόνομη νευροπάθεια μπορεί να επηρεάσει τα νεύρα στην περιοχή της πυέλου τα οποία συνδέονται άμεσα με τον σεξουαλικό ερεθισμό της γυναίκας («στυτική δυσλειτουργία» κλειτορίδας), καθώς επίσης να δημιουργήσει ξηρότητα στον κόλπο και ως εκ τούτου να καταστήσει τη σεξουαλική πράξη δυσάρεστη έως και επώδυνη.

Παράλληλα, όπως ήδη έχει αναφερθεί, οι γυναίκες είναι πιο επιρρεπείς στις λοιμώξεις ουροποιητικού και στις κολπικές μυκητιάσεις -η νόσος του σακχαρώδη διαβήτη καθιστά τα άτομα πιο ευάλωτα σε λοιμώξεις- οι οποίες μπορούν να επηρεάσουν τη σεξουαλική δραστηριότητα. Το αίσθημα καύσου και πόνου που μπορεί να δημιουργήσουν στην περιοχή του κόλπου και της ουρήθρας, αποτελούν για τη γυναίκα ανασταλτικό παράγοντα για οποιαδήποτε ερωτική συνεύρεση. Αν δε η λοίμωξη χρονίζει και ταυτόχρονα χρονίζει και η αποφυγή της σεξουαλικής πράξης, ελλοχεύει ο κίνδυνος η επανέναρξη της σεξουαλικής δραστηριότητας μετά από μεγάλο διάστημα αποχής να είναι ακόμα πιο δύσκολη και πιο επώδυνη για μια γυναίκα.

Στις γυναίκες με υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις χωρίς γνωστό ιστορικό σακχαρώδη διαβήτη θα πρέπει, επομένως, να τίθεται η υποψία και να γίνεται έλεγχος για τυχόν υποκείμενο σακχαρώδη διαβήτη.

Τέλος, όπως συμβαίνει και στον αντρικό πληθυσμό, η κατάθλιψη και, πολλές φορές, η φαρμακευτική αγωγή γι’ αυτήν, αποτελούν έναν σοβαρό, βλαπτικό παράγοντα για τη σεξουαλική ζωή.

Ωστόσο, το βασικότερο πρόβλημα για τις γυναίκες που πάσχουν από σακχαρώδη διαβήτη και ταυτόχρονα βιώνουν διαταραχές στη σεξουαλική τους ζωή, είναι το γεγονός ότι διστάζουν να μιλήσουν στο γιατρό τους για αυτές και, ταυτόχρονα, οι γιατροί δεν συνηθίζουν να ρωτούν τις ασθενείς τους για αυτές. Έτσι η διάγνωση καθυστερεί και αντιστοίχως και η θεραπευτική παρέμβαση.

Διαβήτης και σεξουαλική ζωή: Αντιμετώπιση

Ευτυχώς σήμερα, με την πρόοδο της επιστήμης, διατίθενται αρκετές φαρμακευτικές αγωγές και άλλες θεραπευτικές πρακτικές για την αντιμετώπιση της σεξουαλικής δυσλειτουργίας, που συνεπάγονται και τη βελτίωση της σεξουαλικής ζωής των ασθενών με σακχαρώδη διαβήτη.

Καθοριστικό ρόλο στην όλη προσπάθεια αντιμετώπισης ενός τέτοιου ζητήματος παίζει η/ο σύντροφος της/του ασθενούς. Η/Ο σύντροφος του ατόμου που βιώνει αυτή τη δυσπραγία ενδέχεται να βιώνει παρόμοια συναισθήματα με το πάσχον άτομο, καθώς η ερωτική πράξη αναπτύσσει μια δυναμική που αφορά και τους δύο συμμετέχοντες. Αρκετές φορές είναι απαραίτητη η συνδρομή ενός ειδικού (ψυχιάτρου-ψυχολόγου), που θα στηρίξει το ζευγάρι παράλληλα με την οποιαδήποτε άλλη θεραπευτική παρέμβαση.

Η βελτίωση της ρύθμισης του σακχαρώδη διαβήτη αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο στην αντιμετώπιση της σεξουαλικής δυσλειτουργίας. Το κάπνισμα θα πρέπει να διακόπτεται ως επιβαρυντικός παράγοντας της αρτηριοπάθειας. Όλοι οι παράγοντες κινδύνου για αγγειακή νόσο θα πρέπει να ρυθμίζονται σωστά (π.χ. αρτηριακή υπέρταση). Η απώλεια βάρους, η σωστή διατροφή και η σωματική άσκηση δρουν βοηθητικά. Η διακοπή κατάχρησης αλκοόλ είναι απαραίτητη. Επίσης, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η φαρμακευτική αγωγή της/του ασθενούς, καθώς μπορεί να ευθύνεται για τη στυτική/σεξουαλική δυσλειτουργία. Τέλος, το επίπεδο συνολικού καρδιαγγειακού κινδύνου αυτών των ασθενών θα πρέπει πάντα να αξιολογείται από τον θεράποντα ιατρό πριν την χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής.

Η θεραπεία των ανδρών με στυτική δυσλειτουργία περιλαμβάνει:

1. Φάρμακα από το στόμα (σιλδεναφίλη, βαρδεναφίλη, ταδαλαφίλη και αβαναφίλη). Η θεραπεία αυτή προσφέρει βοήθεια σε 50-60% των διαβητικών ανδρών.
2. Ενδοπεϊκές ενέσεις (με τις οποίες χορηγούνται αγγειοδραστικές ουσίες που προκαλούν στύση για ικανοποιητικό χρονικό διάστημα). Ο άντρας μπορεί να κάνει μόνος του αυτές τις ενέσεις, σύμφωνα με τις υποδείξεις του γιατρού.
3. Ενδοπεϊκές προθέσεις (τοποθετούνται με χειρουργική επέμβαση και προκαλούν στύση όταν ο άνδρας το επιθυμεί).

Η ξηρότητα του κόλπου των γυναικών αντιμετωπίζεται με ειδικές αλοιφές και, σε συνύπαρξη διαταραχών της τοπικής αισθητικότητας, η τοπική θεραπεία με ορμόνες μπορεί να προσφέρει κάποια βοήθεια.

Απαιτείται κατάλληλη θεραπεία των λοιμώξεων που παρουσιάζονται και ενδεχομένως προσαρμογή της φαρμακευτικής αγωγής για τον σακχαρώδη διαβήτη, όταν απορρυθμίζεται όσο διαρκούν. Η καλή ενυδάτωση, η καθημερινή προσωπική υγιεινή, η κένωση της ουροδόχου κύστης προ και μετά την ερωτική επαφή, η χρήση βαμβακερών εσωρούχων και η αποφυγή στενών παντελονιών αποτελούν συνήθειες που προφυλάσσουν από την εμφάνιση ουρολοιμώξεων.

Συμπερασματικά, η/ο ασθενής με σακχαρώδη διαβήτη πρέπει να τολμάει να συζητήσει με τον θεράποντα ιατρό προβλήματα τέτοιας φύσεως, να φροντίζει σε συνεργασία μαζί του την καλή ρύθμιση της νόσου του και να αναζητά χωρίς ενδοιασμούς την ψυχολογική υποστήριξη που νιώθει ότι χρειάζεται. Οι θεραπευτικές επιλογές της σύγχρονης εποχής έχουν υψηλά ποσοστά αποτελεσματικότητας και δίνουν στο άτομο που πάσχει από σακχαρώδη διαβήτη τη δυνατότητα να ζήσει απολαμβάνοντας την ερωτική επαφή.

 

*Η κυρία Εμμανουέλα Χουρδάκη είναι Παθολόγος με μετεκπαίδευση στο Σακχαρώδη Διαβήτη, Επιμελήτρια του Διαβητολογικού Κέντρου στο Metropolitan Hospital