Ερευνητές από το Επιστημονικό Ινστιτούτο Weizmann του Ισραήλ δημιούργησαν έναν αλγόριθμο που μπορεί να προβλέψει στο αρχικό στάδιο εγκυμοσύνης ή και πριν τη σύλληψη, ποιες γυναίκες κινδυνεύουν να εμφανίσουν διαβήτης κύησης, επιτρέποντας την πρόληψή του μέσω αλλαγών στον τρόπο ζωής και διατροφής.

Για τις ανάγκες της έρευνας, η οποία δημοσιεύτηκε στο Nature Medicine, πραγματοποιήθηκε ανάλυση σε 600.000 καταγεγραμμένες εγκυμοσύνες από τη βάση δεδομένων του μεγαλύτερου οργανισμού υγείας του Ισραήλ, Clalit Health Services.

Τι είναι ο διαβήτης κύησης

Ο διαβήτης κύησης χαρακτηρίζεται από υψηλά επίπεδα σακχάρου στο αίμα κατά την εγκυμοσύνη, σε γυναίκες που δεν είχαν προηγουμένως διαβήτη. Εμφανίζεται σε ποσοστό 3 έως 9% όλων των κυήσεων και είναι επικίνδυνος τόσο για τη μητέρα όσο και για το μωρό. Η διάγνωσή του γίνεται μεταξύ της 24ης και 28ης εβδομάδας της εγκυμοσύνης, με τη βοήθεια καμπύλης σακχάρου – κατά τη διάρκεια της εξέτασης η γυναίκα πίνει ένα διάλυμα γλυκόζης και στη συνέχεια υποβάλλεται σε εξέταση αίματος για να διαπιστωθεί πόσο γρήγορα η γλυκόζη αποβάλλεται από το αίμα της.

Οι εννέα καθοριστικές παράμετροι

Κατά την έρευνα, ο Εran Segal, καθηγητής στο Τμήμα Πληροφορικής και Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και στο Τμήμα Μοριακής Κυτταρικής Βιολογίας και επικεφαλής της έρευνας, εφάρμοσε με την ερευνητική ομάδα του ένα πρόγραμμα εκμάθησης στα αρχεία τους Ιδρύματος Clalit, για 450.000 καταχωρισμένες γεννήσεις κατά το διάστημα 2010-2017. Η καμπύλη σακχάρου διέγνωσε διαβήτη κύησης στο 4% αυτών των κυήσεων.

Μετά την ανάλυση ενός τεράστιου όγκου δεδομένων -μια βάση που περιελάμβανε πάνω από 2.000 παραμέτρους για κάθε εγκυμοσύνη, όπως αποτελέσματα από αιματολογικές εξετάσεις των εγκύων και το οικογενειακό ιατρικό ιστορικό τους- οι ερευνητές κατέληξαν πως εννέα παράμετροι ήταν επαρκείς για να ταυτοποιήσουν τις γυναίκες που κινδύνευαν να εμφανίσουν τον διαβήτη. Ανάμεσά στις εννέα παραμέτρους ήταν η ηλικία της γυναίκας, ο δείκτης μάζας σώματος, το οικογενειακό ιστορικό σε διαβήτη και τα αποτελέσματα της καμπύλης σακχάρου κατά τη διάρκεια προηγούμενων κυήσεων (εφόσον υπήρχαν).

Προς επιβεβαίωση των ευρημάτων τους, οι ερευνητές εφάρμοσαν τις ίδιες παραμέτρους σε επιπλέον 140.000 κυήσεις αρχειοθετημένες στη βάση του Ιδρύματος Clalit, οι οποίες δεν είχαν συμπεριληφθεί στην αρχική ανάλυση.

Τα αποτελέσματα επιβεβαίωσαν τα ευρήματα της μελέτης: οι εννέα παράμετροι βοήθησαν στην ταυτοποίηση των γυναικών που τελικά ανέπτυξαν διαβήτη κύησης.

Εάν οι πληροφορίες για αυτές τις παραμέτρους είναι διαθέσιμες στο αρχικό ακόμα στάδιο της εγκυμοσύνης ή και προτού τη σύλληψη, ο κίνδυνος για την εμφάνιση διαβήτη μπορεί να αποσοβηθεί μέσω αλλαγών στον τρόπο ζωής, όπως η ένταξη της σωματικής άσκησης και η βελτίωση της διατροφής.

Από την άλλη πλευρά, οι ειδικοί σχολιάζουν ότι οι γυναίκες που ανήκαν στην ομάδα χαμηλού κινδύνου, θα μπορούσαν να απαλλαγούν από το κόστος των εξετάσεων για το σάκχαρό τους