homescreen

Καρκίνος παγκρέατος: Νέα εξέταση για έγκαιρη διάγνωση

Καρκίνος παγκρέατος: Νέα εξέταση για έγκαιρη διάγνωση


ygeiamou.gr team

Ο καρκίνος του παγκρέατος είναι δύσκολο να διαγνωσθεί εγκαίρως επειδή εξελίσσεται ασυμπτωματικά. Μια νέα εξέταση φιλοδοξεί να εντοπίσει νωρίς τους ασθενείς υψηλού κινδύνου

Μια νέα εξέταση αίματος για την έγκαιρη διάγνωση του καρκίνου του παγκρέατος μπορεί να βοηθήσει τους γιατρούς να ανιχνεύσουν την νόσο σε άτομα υψηλού κινδύνου προτού αυτή φτάσει σε πολύ προχωρημένο και δύσκολο να αντιμετωπιστεί στάδιο.

Μια ομάδα ερευνητών του Ινστιτούτου Ερευνών Van Andel (VARI) έχει αναπτύξει μια νέα, απλή εξέταση αίματος που, σε συνδυασμό με μια ήδη υπάρχουσα εξέταση, ανιχνεύει σχεδόν το 70% των καρκίνων του παγκρέατος με λιγότερο από 5% ψευδώς θετικά αποτελέσματα.

Τα ευρήματα της τυφλής μελέτης δημοσιεύθηκαν στο Clinical Cancer Research.

Ο καρκίνος του παγκρέατος είναι δύσκολο να διαγνωσθεί επειδή συχνά εξελίσσεται ασυμπτωματικά. Μέχρι τη στιγμή της διάγνωσης, η ασθένεια είναι δυστυχώς σε προχωρημένο στάδιο γεγονός που καθιστά ακόμη πιο δύσκολη την θεραπεία. Το ποσοστό πενταετούς επιβίωσης των ασθενών με καρκίνο του παγκρέατος δεν ξεπερνά το 8,5%, ποσοστό που έχει αυξηθεί ελαφρώς από τις αρχές της δεκαετίας του 1990.

«Ο καρκίνος του παγκρέατος είναι μια επιθετική νόσος που δίνει μεταστάσεις προτού διαγνωστεί, γεγονός που δυσχεραίνει την επιτυχή θεραπεία», δήλωσε ο Δρ. Brian Haab, καθηγητής του Ινστιτούτου Ερευνών Van Andel και κύριος συγγραφέας της μελέτης. «Ελπίζουμε ότι η νέα εξέταση, όταν θα χρησιμοποιηθεί σε συνδυασμό με την ήδη διαθέσιμη, θα βοηθήσει στον έγκαιρο εντοπισμό και την αντιμετώπιση των ασθενών υψηλού κινδύνου προτού η ασθένεια εξαπλωθεί», προσθέτει.

Και τα δύο τεστ ανιχνεύουν τα επίπεδα των σακχάρων που παράγονται από τα καρκινικά κύτταρα του παγκρέατος που στη συνέχεια διαφεύγουν στην κυκλοφορία του αίματος. Τα σάκχαρα που μετρώνται με το νέο τεστ -sTRA- παράγονται από ένα διαφορετικό υποσύνολο των κυττάρων του καρκίνου του παγκρέατος συγκριτικά με το CA-19-9, τον καρκινικό δείκτη που ήδη μετράται με την υπάρχουσα εξέταση. Οι δυο καρκινικοί δείκτες σε συνδυασμό μπορούν να ανιχνεύσουν περισσότερους υποτύπους παγκρεατικού καρκίνου που ενδεχομένως δεν θα είχαν εντοπιστεί με την εξέταση για έναν μόνο καρκινικό δείκτη.

Η εξέταση για τον καρκινικό δείκτη CA-19-9 αναπτύχθηκε σχεδόν πριν από 40 χρόνια και ανιχνεύει μόνο περίπου το 40% των παγκρεατικών καρκίνων. Σήμερα χρησιμοποιείται για την επιβεβαίωση της διάγνωσης του καρκίνου του παγκρέατος ή για την παρακολούθηση της εξέλιξης της νόσου, παρά για την αρχική διάγνωση της νόσου. Ο βελτιωμένος βαθμός ανίχνευσης που προσφέρεται από τη συνδυασμένη χρήση των δοκιμασιών sTRA και CA-19-9 καθιστά αυτή την προσέγγιση μια βιώσιμη επιλογή για τον έλεγχο και την έγκαιρη παρέμβαση, ιδιαίτερα σε άτομα με υψηλότερο κίνδυνο ανάπτυξης της νόσου. Αυτό περιλαμβάνει άτομα με οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του παγκρέατος, παγκρεατικές κύστεις ή χρόνια παγκρεατίτιδα ή που είχαν διαγνωστεί με διαβήτη τύπου 2 σε μεγαλύτερη ηλικία. Σύμφωνα με νεότερα επιστημονικά δεδομένα η ξαφνική έναρξη του διαβήτη μετά την ηλικία των 50 ετών μπορεί να αποτελεί πρώιμο σύμπτωμα ορισμένων παγκρεατικών καρκίνων.

«Αυτή τη στιγμή, υπάρχουν λίγες επιλογές για τους ανθρώπους που ενδέχεται να νοσούν από καρκίνο του παγκρέατος. Αυτή η συνδυασμένη εξέταση αίματος θα μπορούσε να είναι ένας απλός και αποτελεσματικός τρόπος ανίχνευσης της ασθένειας αρκετά νωρίς ώστε να βελτιωθεί η πρόγνωση των ασθενών», επισημαίνει ο καθηγητής Haab.

Το επόμενο βήμα για τον Δρ. Haab και τους συνεργάτες του είναι να δοκιμαστεί ο διπλός συνδυαστικός αιματολογικός έλεγχος στην κλινική πράξη με σκοπό να καταστεί τελικά διαθέσιμος για την διάγνωση των ασθενών υψηλού κινδύνου.

Στην Ευρώπη ο παγκρεατικός καρκίνος είναι ο έβδομος σε συχνότητα καρκίνος και η πέμπτη αιτία θανάτου από καρκίνο. Η συχνότητα νέων διαγνωσμένων περιστατικών αυξάνεται με την ηλικία, και η πλειονότητα των περιστατικών διαγιγνώσκονται μετά τα 65 έτη. Επειδή η ασθένεια συνήθως παραμένει ασυμπτωματική για αρκετό καιρό, η διάγνωση συνήθως γίνεται όταν ο όγκος έχει επεκταθεί σε άλλα όργανα.