homescreen

ΜΚΟ βοηθά υπογόνιμα ζευγάρια να αποκτήσουν παιδί

ΜΚΟ βοηθά υπογόνιμα ζευγάρια να αποκτήσουν παιδί


Μαίρη Μπιμπή

Η ένταξη στο πρόγραμμα της Be-Live μπορεί να γίνει μόνο μέσω ηλεκτρονικής αίτησης στην ιστοσελίδα του Be-Live

Ελπίδες δημιουργίας οικογένειας σε υπογόνιμα ζευγάρια, τα οποία δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να καλύψουν τις δαπάνες των προσπαθειών της εξωσωματικής γονιμοποίησης στη χώρα μας που μαστίζεται από την υπογεννητικότητα ευελπιστεί να δώσει ένας νέος φορέας που δημιουργήθηκε στη χώρα μας.

Οι γιατροί αναπαραγωγής Βασίλης Κελλάρης και Χάρης Χηνιάδης, ανακοίνωσαν σήμερα την ίδρυση του μη κερδοσκοπικού Σωματείου Be-Live που έχει ως κύριο σκοπό να βοηθήσει τα υπογόνιμα ζευγάρια που ονειρεύονται να αποκτήσουν παιδί, προσφέροντας δωρεάν τις υπηρεσίες τους.

Όπως αναφέρουν οι δύο ειδικοί, «σε μία χώρα όπως η Ελλάδα, που παρουσιάζει όλο και υψηλότερη υπογεννητικότητα και σταθερή μείωση του ενεργού πληθυσμού, το σωματείο Be-Live δημιουργήθηκε για να προσφέρει προοπτική σε υπογόνιμα ζευγάρια, που παράλληλα αντιμετωπίζουν και οικονομικά προβλήματα».

Το σωματείο παράλληλα στοχεύει:

– στην υποστήριξη των μεθόδων υποβοηθούμενης αναπαραγωγής (εξωσωματική γονιμοποίηση) στους οικονομικά ασθενέστερους
– στη δράση για ένα καλύτερο μέλλον στη χώρα μας με περισσότερες γεννήσεις και λιγότερα προβλήματα υπογονιμότητας.

Η ένταξη στο πρόγραμμα της Be-Live μπορεί να γίνει μόνο μέσω ηλεκτρονικής αίτησης στην ιστοσελίδα του Be-Live.

Σοβαρό δημογραφικό πρόβλημα αντιμετωπίζει η Ελλάδα

Δικαίωμα συμμετοχής έχουν ζευγάρια από κάθε γωνιά της Ελλάδας, εφόσον πληρούν τα οικονομικά και ιατρικά κριτήρια. Όλες οι αιτήσεις αξιολογούνται με διαφάνεια από την επιστημονική επιτροπή του σωματείου.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το δημογραφικό είναι σοβαρό πρόβλημα στην Ελλάδα, καθώς με βάση τα στοιχεία, ο πληθυσμός της χώρας, από το 2011 και μετά μειώνεται. Οι ελληνικές οικογένειες κάνουν λίγα παιδιά και τα αποκτούν όλο και πιο αργά, όπως δείχνει και έρευνα που πραγματοποίησε η διαΝΕΟσις.

Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της διαΝΕΟσις, μέχρι το 2050 θα είμαστε λιγότεροι (8,8 εκατομμύρια, σύμφωνα με το μεσαίο σενάριο) και γηραιότεροι (το 1/3 του πληθυσμού θα είναι άνω των 65 ετών, από 1/5 σήμερα).

Σχεδόν μία στις τέσσερις γεννήσεις στη χώρα μας πραγματοποιείται από γυναίκες ηλικίας 35-39 ετών. Την ίδια ώρα, η χώρα μας εμφανίζει ένα από τα μεγαλύτερα ποσοστά πρώτων γεννήσεων από μητέρες ηλικίας άνω των 40 στην Ευρώπη (5,3%).

Ωστόσο, η εικόνα στο παρελθόν ήταν διαφορετική. Μόνο ένα 8,3% των Ελληνίδων που γεννήθηκαν το 1955 δεν έκαναν κανένα παιδί. Στις Ελληνίδες που γεννήθηκαν το 1965 το ποσοστό ήταν 16,3%.

Οι δυσμενείς αλλαγές έχουν ξεκινήσει από τα τέλη της δεκαετίας του 1980, όταν ο δείκτης γονιμότητας πέρασε πέρασε κάτω από το 1,5. Έκτοτε παραμένει πολύ χαμηλά, φτάνοντας ως και στο 1,23 το 1999.

Από τους χαμηλότερους στον κόσμο ήταν ο δείκτης γονιμότητας το 2016, που διαμορφώθηκε στο 1,38.

Πλέον -και για πρώτη φορά από τότε που καταγράφονται στοιχεία-, στην Ελλάδα γεννιούνται λιγότερα από 100.000 παιδιά τον χρόνο. Οι Ελληνίδες αποκτούν κατά μέσο όρο το πρώτο τους παιδί στην ηλικία των 30,3 ετών (το 2016 -από 28,8 το 2008), με τον αντίστοιχο μέσο όρο στην Ε.Ε. να είναι τα 29 έτη.

Σχεδόν μία στις τρεις γεννήσεις στη χώρα μας πραγματοποιείται από γυναίκες ηλικίας 30-34 ετών και μία στις τέσσερις από γυναίκες ηλικίας 35-39 ετών. Στην Ελλάδα, δε, εμφανίζεται και ένα από τα μεγαλύτερα ποσοστά πρώτων γεννήσεων από μητέρες ηλικίας άνω των 40 στην Ευρώπη (5,3%). Αυτή η αναβολή της τεκνοποίησης και της απόκτησης του πρώτου παιδιού πολύ φυσιολογικά μειώνει τις πιθανότητες απόκτησης και δεύτερου ή τρίτου παιδιού.