homescreen

Προβληματίζουν οι ασυμπτωματικοί τουρίστες – Μέχρι πού θεωρείται διαχειρίσιμη η κατάσταση

Προβληματίζουν οι ασυμπτωματικοί τουρίστες – Μέχρι πού θεωρείται διαχειρίσιμη η κατάσταση


Παναγιώτα Καρλατήρα

Στο 0,2 ο δείκτης μεταδοτικότητας R0 - Σε ό,τι αφορά τα εγχώρια κρούσματα σημαντικό για τους αρμόδιους το πού εντοπίζονται

Τα καλά επιδημιολογικά δεδομένα για την πολύ χαμηλή κυκλοφορία του κορωνοϊού στην Ελλάδα και ο στοχευμένος δειγματοληπτικός –ο λεγόμενος και «έξυπνος»- έλεγχος των τουριστών που επιτρέπει τον άμεσο εντοπισμό, τον περιορισμό και την ιχνηλάτηση τυχόν κρούσματος μετατράπηκαν σε ισχυρό διαβατήριο της χώρας για τη δυναμική είσοδό της στο πεδίο της τουριστικής βιομηχανίας.

Τα εισαγόμενα κρούσματα θεωρούνται δεδομένα, ενώ αυτά που θα κρίνουν την παραμονή της χώρας στους ασφαλείς προορισμούς στο τουριστικό πεδίο -για λόγους υγείας και οικονομίας- είναι τα «ορφανά», εκείνα δηλαδή που δεν έχουν σαφή πηγή προέλευσης και μετάδοσης, καθώς και οι ασυμπτωματικοί ασθενείς που θα εισέλθουν στη χώρα.

Οι τελευταίοι αποτελούν αστάθμητο παράγοντα κινδύνου. Από μελέτες προκύπτει πως φτάνουν σε ποσοστό 30%-45% των θετικών κρουσμάτων. Με δεδομένο ότι (θα) υπάρχουν ασυμπτωματικοί τουρίστες που (θα) κυκλοφορούν ανάμεσά μας, οι ειδικοί επαναλαμβάνουν τον καθοριστικό ρόλο που έχουν για την ασφάλεια όλων μας τα μέτρα προστασίας και καλούν τους Ελληνες να επικαιροποιήσουν τους σχετικούς κανόνες.

Από την περασμένη Τετάρτη, που έγινε και επισήμως η τουριστική επανεκκίνηση, περίπου 100.000 τουρίστες έχουν βρεθεί σε δημοφιλείς προορισμούς της χώρας. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, μέχρι και το απόγευμα της περασμένης Παρασκευής είχαν εντοπιστεί από κλιμάκια της Πολιτικής Προστασίας και του Εθνικού Οργανισμού Δημόσιας Υγείας (ΕΟΔΥ) περί τους 40 θετικούς τουρίστες στον κορωνοϊό που θα παραμείνουν σε καραντίνα για 14 ημέρες.

«Η χώρα μας άνοιξε τα σύνορά της με τον πιο συγκροτημένο και μεθοδικό τρόπο. Οι έξυπνοι έλεγχοι θα αποδώσουν τα μέγιστα το επόμενο διάστημα. Αναλογιστείτε μόνο ότι η Πολιτική Προστασία και ο ΕΟΔΥ πραγματοποιούν κάθε μέρα πάνω από 6.500 τεστ, όσα δηλαδή γίνονταν σε έναν μήνα στην αρχή της πανδημίας γίνονται τώρα σε μία ημέρα. Αυτό και μόνο οδηγεί σε πολύ ευκρινή επιδημιολογική εικόνα. Ωστόσο, δεν είναι κατ’ ανάγκην πρόβλημα ο μεγάλος αριθμός κρουσμάτων κορωνοϊού», λέει μιλώντας στο «ΘΕΜΑ» ο ομότιμος καθηγητής Λοιμωξιολογίας του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ) και μέλος της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων Γιώργος Σαρόγλου.

Πρόβλημα, όπως εξηγεί, θα αποτελεί η μη τήρηση των μέτρων διότι θα οδηγήσει σε γρήγορη διασπορά του κορωνοϊού. «Στην περίπτωση, δε, που υπάρξει και κάποιος υπερμεταδότης, τότε η κατάσταση μπορεί να εκτραπεί πολύ εύκολα. Αυτός μπορεί να μεταδώσει έως και σε εκατοντάδες άτομα σε κλειστό χώρο και σε δεκάδες σε ανοιχτό. Αν κάποιος ασυμπτωματικός πάει σε ένα μπαρ με 1.000 άτομα ή σε ένα πανηγύρι, με τον έναν πάνω στον άλλον, θα έχουμε διασπορά», λέει ο κ. Σαρόγλου.

O δείκτης R0

Στο μικροσκόπιο των επιστημονικών και υγειονομικών αρχών βρίσκονται -και θα βρίσκονται για τους επόμενους τρεις μήνες- τα εισαγόμενα θετικά κρούσματα πρωτίστως για τα ποιοτικά χαρακτηριστικά τους και για το πώς μπορεί να επηρεάσουν την επιδημιολογική εικόνα της χώρας.

Σε ό,τι αφορά τα εγχώρια κρούσματα, ενδιαφέρει επίσης τους αρμόδιους πού εντοπίζονται. Για παράδειγμα, 50 κρούσματα σε μία ημέρα τα οποία εντοπίζονται σε μια δομή με κλειστό πληθυσμό -είτε μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων είτε κέντρο φιλοξενίας προσφύγων- η οποία μπορεί να απομονωθεί θεωρούνται διαχείρισιμα.

Ποσοτικά, σύμφωνα με τον επίκουρο καθηγητή Υγιεινής και Επιδημιολογίας της Ιατρικής Σχολής Αθήνας και μέλος της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων Γκίκα Μαγιορκίνη, η κατάσταση θα θεωρείται ελεγχόμενη αν καταγράφονται έως και 5 θετικά κρούσματα κορωνοϊού ανά 1.000 επισκέπτες που μπαίνουν στη χώρα.

«Μας απασχολεί όμως και η εικόνα των κρουσμάτων, αν, π.χ., εντοπίζονται σε οικογένεια, σε γκρουπ, πώς απλώνονται στον χρόνο, από ποιες χώρες προέρχονται», εξηγεί ο ειδικός σχετικά με το πώς θα αξιολογούνται τα εισαγόμενα κρούσματα. Ο ίδιος εκτιμά ότι τα εισαγόμενα κρούσματα κορωνοϊού από την Ευρώπη θα είναι ακόμη λιγότερα και δεν θα υπερβαίνουν τα 3 ανά 1.000 επισκέπτες.

Ο δείκτης R0 κυμαίνεται πλέον στο 0,2, δηλαδή 100 θετικοί στον κορωνοϊό τον μεταδίδουν σε άλλους 20 (σε τοπικό επίπεδο όμως, στην Ξάνθη για παράδειγμα, ο δείκτης είναι μεγαλύτερος και ανέρχεται στο 2, δηλαδή 100 ασθενείς μεταδίδουν σε άλλους 200).

«Αν ο δείκτης R0 κυμανθεί μέχρι το 1, το στοίχημα του τουρισμού, της οικονομίας και φυσικά της δημόσιας υγείας έχει κερδηθεί. Ακόμη και αν μπουν στη χώρα 5.000-6.000 θετικοί στον κορωνοϊό τουρίστες, η κατάσταση θα είναι διαχείρισιμη. Προϋπόθεση γι’ αυτό βεβαίως αποτελεί η τήρηση των μέτρων ώστε να υψώνονται εμπόδια στη μετάδοση του κορωνοϊού και στην εξάπλωση της επιδημίας. Αν τηρούνται τα μέτρα απόστασης, η χρήση μάσκας, οι κανόνες υγιεινής, τότε τα κρούσματα θα σβήσουν γρήγορα, δεν θα τροφοδοτήσουν επιδημική εστία», περιγράφει την καλή εξέλιξη της τουριστικής περιόδου ο κ. Μαγιορκίνης.

Η αρνητική εξέλιξη, την οποία όλοι απεύχονται, είναι ο δείκτης R0 να «ξεφύγει» από το όριο του 1. Αυξητικές τάσεις στα κρούσματα, για παράδειγμα, αν κάθε μέρα καταγράφονται περισσότερα κρούσματα από την προηγουμένη, και διασπορά σε όλη την Ελλάδα θα επανακαθορίσουν τα μέτρα και προφανώς τις ταξιδιωτικές οδηγίες.

Σε ό,τι αφορά τους ασυμπτωματικούς ασθενείς, οι επιστήμονες γνωρίζουν πλέον πως ο παράγοντας ηλικία επηρεάζει την εμφάνιση ή μη συμπτωμάτων όταν κάποιος έχει μολυνθεί με τον κορωνοϊό. Οι ηλικιωμένοι έχουν μικρότερες πιθανότητες να είναι ασυμπτωματικοί. Ταυτόχρονα, επειδή συνήθως νοσούν πιο σοβαρά, χρειάζονται νοσηλεία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη δική τους επιβάρυνση αλλά και του συστήματος υγείας.

Αντίθετα, οι νεότεροι έχουν περισσότερες πιθανότητες να είναι ασυμπτωματικοί – μάλιστα όσο πιο μικρή είναι η ηλικία τόσο πιθανότερο είναι να αποτελούν ασυμπτωματικούς φορείς του κορωνοϊού. Μόνος τρόπος άμυνας έναντι των ασυμπτωματικών είναι η τήρηση απόστασης και μέτρων υγιεινής και η χρήση μάσκας, με τους ειδικούς να επισημαίνουν πως αυτοί οι κανόνες πρέπει να τηρούνται πρωτίστως από τους ηλικιωμένους ή ευπαθείς λόγω ασθένειας κατοίκους της χώρας μας, καθώς αυτοί κινδυνεύουν περισσότερο εάν εκτεθούν στο αόρατο μολυσματικό πεδίο των ασυμπτωματικών ασθενών.