Νέα ευρήματα από το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο της Γενεύης (HUG) και το Πανεπιστήμιο της Γενεύης (UNIGE) φέρνουν στο φως μία δυνητικά κρίσιμη σύνδεση μεταξύ της διαταραχής ελλειμματικής προσοχής με ή χωρίς υπερκινητικότητα (ΔΕΠΥ) και της άνοιας, αποκαλύπτοντας κοινούς νευροβιολογικούς δείκτες μεταξύ των δύο καταστάσεων.

Η μελέτη, η οποία δημοσιεύθηκε στο Psychiatry and Clinical Neurosciences, διαπίστωσε ότι οι διαγνωσμένοι με ΔΕΠΥ ενήλικες παρουσιάζουν αυξημένα επίπεδα σιδήρου σε συγκεκριμένες περιοχές του εγκεφάλου, καθώς και υψηλότερες συγκεντρώσεις νευροϊνιδίων (NfL) στο αίμα τους. Πρόκειται για βιοδείκτες που έχουν ήδη συσχετιστεί με νευροεκφυλιστικές νόσους της τρίτης ηλικίας, όπως η νόσος Αλτσχάιμερ. Οι ενδείξεις αυτές ενισχύουν την υπόθεση ότι η ΔΕΠΥ δεν αποτελεί απλώς μια παιδική νευροαναπτυξιακή διαταραχή αλλά ενδέχεται να συνδέεται με μακροχρόνιες επιπτώσεις στη γνωσιακή υγεία.

«Πρόσφατες επιδημιολογικές μελέτες καταδεικνύουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης άνοιας στους ενήλικες με ιστορικό ΔΕΠΥ, ωστόσο οι νευρολογικοί μηχανισμοί πίσω από αυτή τη συσχέτιση παραμένουν ασαφείς. Τα νέα ευρήματα προσφέρουν τις πρώτες νευροβιολογικές ενδείξεις για την ύπαρξη ενός πιθανού κοινού παθογενετικού μηχανισμού», εξηγεί ο Δρ. Paul G. Unschuld, επικεφαλής του Τομέα Γηριατρικής Ψυχιατρικής του HUG και αναπληρωτής καθηγητής Ψυχιατρικής στη Ιατρική Σχολή του UNIGE, ο οποίος ηγήθηκε της μελέτης.

Ποια είναι η τρέχουσα κατάσταση με τη ΔΕΠΥ παγκοσμίως

Η ΔΕΠΥ επηρεάζει περίπου το 3,5% των ενηλίκων παγκοσμίως, σύμφωνα με εκτιμήσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, και χαρακτηρίζεται από επίμονες δυσκολίες στη συγκέντρωση, παρορμητικότητα και -σε πολλές περιπτώσεις -υπερκινητικότητα. Παρόλο που τα συμπτώματα εμφανίζονται κατά την παιδική ηλικία, συχνά διατηρούνται στην ενήλικη ζωή, επηρεάζοντας την καθημερινή λειτουργικότητα και ποιότητα ζωής.

Από την άλλη πλευρά, οι άνοιες που σχετίζονται με τη γήρανση πλήττουν σήμερα περίπου 55 εκατομμύρια άτομα σε παγκόσμιο επίπεδο, με σχεδόν 10 εκατομμύρια νέες διαγνώσεις ετησίως, σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία του ΠΟΥ από το 2023. Η νόσος Αλτσχάιμερ αποτελεί τη συχνότερη μορφή, αντιπροσωπεύοντας το 60–70% των περιπτώσεων.

Ο σίδηρος και τα νευροϊνίδια ως βιοδείκτες επιβάρυνσης σε ενήλικες με ΔΕΠΥ

Η ερευνητική ομάδα εφάρμοσε μια προηγμένη μέθοδο νευροαπεικόνισης: τη χαρτογράφηση ποσοτικής επιδεκτικότητας (QSM) μέσω μαγνητικής τομογραφίας (MRI), προκειμένου να διερευνήσει την περιεκτικότητα του εγκεφάλου σε σίδηρο. Στη μελέτη συμμετείχαν 32 ενήλικες με διάγνωση ΔΕΠΥ, ηλικίας 25 έως 45 ετών, καθώς και 29 υγιή άτομα της ίδιας ηλικιακής ομάδας ως ομάδα ελέγχου. Παράλληλα, μετρήθηκαν τα επίπεδα της πρωτεΐνης της ελαφριάς αλυσίδας των νευροϊνιδίων (NfL) στο αίμα όλων των συμμετεχόντων.

Τα αποτελέσματα ανέδειξαν σαφείς διαφοροποιήσεις στην κατανομή του σιδήρου σε επιμέρους περιοχές του εγκεφάλου των ατόμων με ΔΕΠΥ, σε σύγκριση με τους υγιείς συμμετέχοντες. Ιδιαίτερα αξιοσημείωτη ήταν η θετική συσχέτιση που διαπιστώθηκε μεταξύ των επιπέδων σιδήρου στον προκεντρικό φλοιό και των επιπέδων NfL στο πλάσμα του αίματος.

Ο σίδηρος αποτελεί απαραίτητο στοιχείο για την εύρυθμη λειτουργία του εγκεφάλου. Ωστόσο, η υπερβολική συσσώρευσή του έχει συνδεθεί με την πρόκληση οξειδωτικού στρες, το οποίο με τη σειρά του ενδέχεται να προκαλέσει νευρωνική φθορά και να συμβάλει στην εκδήλωση νευροεκφυλιστικών νοσημάτων, όπως η νόσος Alzheimer. «Η αυξημένη συγκέντρωση σιδήρου σε συγκεκριμένες εγκεφαλικές περιοχές συνοδεύεται συχνά από εντονότερο οξειδωτικό στρες, το οποίο ενισχύει τη διαδικασία του νευρωνικού εκφυλισμού», επισημαίνει ο Δρ.Unschuld.

Από την άλλη πλευρά, η παρουσία της πρωτεΐνης NfL στο αίμα θεωρείται καθιερωμένος βιοδείκτης νευρωνικής βλάβης, και ειδικότερα βλάβης στους νευρικούς άξονες, δηλαδή τις δομές που επιτρέπουν τη μετάδοση των νευρικών σημάτων. Η αύξηση των επιπέδων NfL στο πλάσμα αποτελεί ένδειξη υποκείμενης νευρωνικής δυσλειτουργίας ή καταστροφής. Η ταυτόχρονη παρουσία αυξημένων επιπέδων τόσο σιδήρου όσο και NfL σε ενήλικες με ΔΕΠΥ υποδεικνύει την ύπαρξη ενδεχόμενης νευροεκφυλιστικής διεργασίας.

Η σημασία της έγκαιρης ανίχνευσης και προληπτικής διαχείρισης της ΔΕΠΥ

Τα ευρήματα της μελέτης δεν περιορίζονται απλώς στην αποκάλυψη μιας εν δυνάμει σύνδεσης μεταξύ της ΔΕΠΥ και του αυξημένου κινδύνου για άνοια. Αντιθέτως, ανοίγουν νέους ερευνητικούς ορίζοντες για την κατανόηση των παθογενετικών μηχανισμών που μπορεί να συνδέουν τις δύο αυτές καταστάσεις, προσφέροντας πολύτιμες πληροφορίες για μελλοντικές στρατηγικές πρόληψης και θεραπείας.

Ο Δρ. Unschuld τονίζει πως τα δεδομένα που προσφέρει η μελέτη «θα συμβάλουν στην ανάπτυξη στοχευμένων στρατηγικών πρόληψης, με σκοπό τον περιορισμό του κινδύνου άνοιας σε άτομα που πάσχουν από ΔΕΠΥ». Η ανάγκη αυτή καθίσταται ακόμη πιο επιτακτική, δεδομένης της ήδη τεκμηριωμένης σχέσης μεταξύ του τρόπου ζωής και της εγκεφαλικής συσσώρευσης σιδήρου, ενός παράγοντα που φαίνεται να παίζει ρόλο-κλειδί.

Επίσης, επισημαίνει ότι απαιτούνται περαιτέρω διαχρονικές μελέτες για να διερευνηθεί το κατά πόσον η ρύθμιση ή μείωση των επιπέδων σιδήρου στον εγκέφαλο θα μπορούσε να αποτελέσει μια αποτελεσματική θεραπευτική παρέμβαση, με στόχο την πρόληψη ή επιβράδυνση της εμφάνισης άνοιας στα άτομα με ιστορικό ΔΕΠΥ.

Διαβάστε επίσης

Η πασίγνωστη διαταραχή που κλέβει ακόμη και 11 χρόνια από τη ζωή μας

ΔΕΠΥ: Μπορεί ένα αντιυπερτασικό να την αντιμετωπίσει; Νέα μελέτη απαντά

ΔΕΠΥ: Έρευνα αποκαλύπτει έναν πιθανό ύποπτο στις συνήθειες της εγκύου